Δεν είναι ότι πέρασε.
Είναι ότι
δεν πρόλαβες να είσαι μέσα της.
Κάτι έγινε. Κάποιος μίλησε. Κάτι φάνηκε από το φως.
Και μέχρι να το αναγνωρίσεις,
είχε ήδη αλλάξει.
Είχε γίνει μετά.
Η στιγμή ήρθε.
Αλλά εσύ ήσουν ακόμα αλλού,
στο πριν, στο μετά, στο πρέπει, στο μήνυμα που ήθελες να απαντήσεις.
Κι όταν πήγες να στραφείς,
ήταν αργά.
Ήταν ήδη ανάμνηση.
Και αυτό πονάει.
Όχι σαν απώλεια.
Αλλά σαν έλλειψη παρουσίας.
Η ψυχή αντιστέκεται στην ταχύτητα,
όχι με φωνή, αλλά
με πόνο.
Σου λέει:
«Ήθελα να σταθώ εκεί.
Να είμαι μαζί σου, μ’ αυτό, με το φως, με τη στιγμή.
Αλλά δεν με άφησες. Με πήγες παρακάτω.»
Κάποιοι άνθρωποι το νιώθουν έντονα.
Ότι δεν θέλουν να καταναλώσουν κάθε λεπτό.
Δεν θέλουν να το βγάλουν story,
ούτε να το εξηγήσουν.
Θέλουν να σταθούν.
Να ζήσουν μαζί με τη στιγμή.
Να τη βάλουν μέσα τους όπως της πρέπει.
Γιατί, αν δεν το κάνουν,
η στιγμή φεύγει σαν πεταλούδα,
που πετάει από δω κι από κει,
και δεν πρόλαβες να τη θαυμάσεις.
Κι ας ήταν η μόνη ομορφιά που χρειαζόσουν εκείνη τη μέρα.
Μια φορά ήθελες να πεις σε κάποιον:
"Μείνε λίγο ακόμα, είναι όμορφο αυτό που συμβαίνει."
Αλλά δεν το είπες.
Κι εκείνος έφυγε.
Και η στιγμή τελείωσε μαζί του.
Άλλη φορά, κοίταξες το φως να πέφτει στο πάτωμα.
Για ένα δευτερόλεπτο ήταν τέλειο.
Κι αμέσως μετά είπες:
"Πού είναι το κινητό;"
Η στιγμή χάθηκε.
Όχι επειδή δεν ήταν εκεί.
Αλλά επειδή έψαξες να την κρατήσεις, αντί να την αφήσεις να περάσει μέσα σου.
Δεν θέλουν όλες οι στιγμές να μείνουν.
Ούτε να καταγραφούν.
Κάποιες θέλουν απλώς να τις αγαπήσεις καθώς περνούν.
Όπως αγαπάς κάτι που δεν θα δεις ξανά.
Όχι με απόγνωση.
Αλλά με ευγνωμοσύνη.
ΥΓ. Εκείνη τη μέρα, το φως στο ξύλινο πάτωμα κράτησε για έξι δευτερόλεπτα. Δεν το ξέχασα.